skip to Main Content
H ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΛΩΡΕΝΣ ΤΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ

H ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΛΩΡΕΝΣ ΤΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ

ΤΕΛΙΚΑ ΤΑ ΕΧΟΥΜΕ ΌΛΑ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ;

ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΡΕΝΣ ΤΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ ΤΗΣ ΙΟΡΔΑΝΙΑΣ !

Με τον Σωκράτη ταξιδεύαμε πολύ. Πολλοί και διάφοροι προορισμοί σε διαφορετικές εποχές του έτους, συνθήκες και περιπετειώδεις εμπειρίες.

Ήταν καλοκαίρι του 1996, όπου εκείνα τα χρόνια συνδυάζαμε ένα μέρος των διακοπών στην Ελλάδα και το άλλο εκτός Ελλάδας, συνήθως κάποια εξερευνητική  περιπέτεια σε κάποια από τις Ηπείρους. Ο Σωκ ήταν στον τουριστικό τομέα και ενίοτε,  αν και εφ’ όσον τα κατάφερνε, είχαμε και κάποιες διευκολύνσεις σε τιμές Ξενοδοχείων και σίγουρα χρήσιμων επαφών.

Εκείνο το καλοκαίρι αποφασίσαμε να συνδυάσουμε Ισραήλ και συγκεκριμένα Ερυθρά Θάλασσα στο Ειλάτ, παράλληλα και το Σινά και όλα τα ιστορικά μέρη της περιοχής και του πολέμου των 6 ημερών με την Αίγυπτο και λοιπά Αραβικά κράτη (Ιορδανία, Συρία).

Το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα γυρίζαμε με το jeep , σε διάφορες ιστορικές διαδρομές, άλλες φορές με συνοδό, άλλες φορές μόνοι μας. Οι καταδύσεις στα ιδιαίτερα νερά της Ερυθράς θάλασσας δεν ήταν το δυνατό μας σημείο. Πιο πολύ μάλλον ήταν το βράδυ να φλερτάρουμε τις ομολογουμένως πανέμορφες Ισραηλίτισσες, ακόμα και με τις στολές παραλλαγής που φορούσαν και τα αυτόματα όπλα που κουβαλούσαν μαζί τους. Έτσι ήταν το καθεστώς τότε (δεν ξέρω αν έχει αλλάξει) όλοι υπηρετούσαν και εκτελούσαν συγκεκριμένες υπηρεσίες, κάθε χρόνο για κάποιο χρονικό διάστημα.

Κρεπαλιάζαμε μέχρι αργά το βράδυ και απολαμβάναμε τις ανέσεις του πολύ ωραίου 5άστερου Ξενοδοχείου μας. Το να τα έχεις όλα και να μην προσπαθείς και πολύ, δεν ήταν του στυλ μας. Μας είχε ξανασυμβεί αρκετές φορές και στο παρελθόν.

Έτσι ένα ωραίο απόγευμα πίνοντας το απογευματινό μας ποτό, στο μπαλκόνι αγναντεύοντας απέναντι την Ιορδανία και την Άκαμπα, κοιταχτήκαμε με πολύ ισχυρό eye contact – δεν ήταν και η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό!         

Η διαδρομή του Λόρενς της Αραβίας ήταν μπροστά μας, αλλά απαιτούσε και διαφορετική προετοιμασία και εμείς δεν την είχαμε. Ευτυχώς είχαμε πάντα τις στρατιωτικές βερμούδες μας και αθλητικά παπούτσια,Μκαθώς και μερικά    T – SHIRTS και ένα φούτερ. Αυτά ήταν αρκετά, τα υπόλοιπα θα τα προμηθευόμαστε από εκεί. Το πρωί ήμασταν στο λιμάνι, παίρνοντας το πλοίο για την Άκαμπα.  Η απόσταση ήταν σχετικά μικρή, θα έλεγα ότι  πιο πολύ μας πήραν οι διαδικασίες να περάσουμε τα 2 σύνορα (Τρόπος του λέγειν). Εκεί βρήκαμε μέσω ενός πρακτορείου έναν οδηγό/ ξεναγό με ένα επταθέσιο Land Rover, πήραμε συνάμα, τέσσερεις Γάλλους, αγοράσαμε προμήθειες και κάποια αναγκαία αξεσουάρ και φύγαμε ακολουθώντας τον χάρτη. Πολύ έρημος,  πολύ σκόνη. Στην αρχή εκστασιάζεσαι, αλλά μετά καταλήγει λίγο βαρετό να τρέχεις στους αμμόλοφους και στο ίδιο τοπίο, όπου  την όλη προσπάθεια, την  επιβαρύνουν και οι δύσκολες συνθήκες της ερήμου, ο καυτός ήλιος ,η  κούραση στα μάτια, κλπ. Περάσαμε κάποια ενδιαφέροντα σημεία  αλλά και κάποιους βεδουίνους σε μικρές οάσεις, αλλά δεν μείναμε πολύ.

Έπρεπε να καλύψουμε συγκεκριμένη απόσταση. Αργά το μεσημέρι φτάσαμε σε μια μεγάλη όαση και camping διαμονής. Ήταν και μέρος αναρρίχησης κάπου στο μέσο της ερήμου, έχοντας κάποια αρκετά υψηλά βράχια για το σπόρ. Το μέρος είχε το δικό του εξειδικευμένο κοινό, εκτός αυτού των περιπλανώμενων της ερήμου της Άκαμπα. Εκεί αφήσαμε τους Γάλλους, φάγαμε κάτι ελαφρύ, ανεφοδιαστήκαμε με νερό και διάφορα ψιλοπράγματα και φύγαμε.                 

Η διαδρομή, σε αυτό το δεύτερο σκέλος ήταν πιο ενδιαφέρουσα, με τις αντανακλάσεις του ήλιου να χαμηλώνουν σε ένταση πάνω στην άμμο της ερήμου, ενώ και κάποια αραιά σημάδια ζωής, όπως ένα μικρό καραβάνι το οποίο προσπεράσαμε από αρκετή απόσταση.

Άρχισε να σουρουπώνει όταν φτάσαμε σε έναν καταυλισμό, όπου μας υποδεχθήκανε δύο – τρείς βεδουίνοι. Βγάλαμε τα πράγματα μας και μας οδήγησαν σε μια σκηνή. Φρεσκαριστήκαμε ρίχνοντας λίγο νερό στο πρόσωπο και πήγαμε για φαγητό, με μοναδικούς ήχους κάποια βελάσματα. Ο ένας, συγκεκριμένος βεδουίνος που μας ακολουθούσε και μας φρόντιζε, ήξερε καλά Αγγλικά, έτσι μπορούσαμε να συνεννοούμαστε με σχετική άνεση. Το φαγητό ήταν νόστιμο, παραδοσιακές πίτες με κάποιο κρέας (μάλλον αρνί – δεν ρώτησα), όλα μαγειρεμένα στον δικό τους φούρνο σαν πιθάρι.

Φάγαμε αρκετά και ήπιαμε και τις μπύρες μας, τις οποίες είχαμε προμηθευτεί από τον καταυλισμό. Ο Σωκ πήγε για ύπνο αλλά εγώ ήθελα την καθιερωμένη βόλτα χωρίς να έχω και πολλές επιλογές.

Απομακρύνθηκα για καμιά εκατοστή μέτρα. Που να πας άλλωστε; Κάθισα σε μια πέτρα αγναντεύοντας την έρημο στο σκοτάδι κάτω από αυτή την υπέροχη τεράστια ομπρέλα των άστρων που κάλυπτε περιμετρικά το τοπίο. Αρκετά συχνά έβλεπες αστέρια να πέφτουν, ενώ η σκέψη έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα,στα απέραντα, σε σημείο να μην ξέρω προς τα που να πάω και τι να πρωτοσκεφθώ; Ήταν μια μοναδική ευκαιρία να αφήσεις την  φαντασία σου να χαθεί προς κάθε κατεύθυνση:  την αναπόληση του παρελθόντος, την αναζήτηση για το μέλλον, την αυστηρή αυτοαξιολόγηση, την νοσταλγία για ζωή,τα σωστά και τα λάθη, τις ανθρώπινες σχέσεις και αυτούς που είχαν χαθεί. . .

Άσε που άρχισα  να αραδιάζω και όλες τις φιλοσοφικές μου αναζητήσεις  και να καταπιάνομαι με όλα αυτά τα θέματα, που δεν είχα λύσει μέχρι εκείνη την συγκεκριμένη μέρα της ζωής μου!

Παντού διλλήματα.

Από που να αρχίσω; Αισθανόμουν σαν παιδάκι που του έριχναν στα πόδια δέκα διαφορετικά παιχνίδια και δεν ήξερε ποιό να πιάσει πρώτο .

Το δίλημμα μου προς τα που να πάω τις σκέψεις μου, το έλυσε  (ο γνωστός  Βεδουίνος γνώστης Αγγλικής γλώσσας), ο οποίος ήταν λίγα μέτρα πιο πέρα (δεν τον είχα δει καθόλου), σε μια μικρή φωτιά. «Τι σκέφτεσαι ξένε;» με ρώτησε «Την ζωή» , του απάντησα

«Τι έχω και τι δεν έχω – τι θα ήθελα να είχα και τι μου λείπει».

«Έχεις πολλά πράγματα στη ζωή σου;» με ρώτησε ξανά «Ναι, έτσι νομίζω» του απάντησα. «Ναι, αλλά δεν έχεις τον κόσμο όλο, που έχουμε εμείς εδώ,» – δείχνοντάς μου τον καταπληκτικό ουρανό με τα αμέτρητα αστέρια. «Εσείς όλοι έχετε αυτοκίνητα, ωραία σπίτια, ανέσεις, και ό,τι άλλο θελήσετε αλλά χάνετε το νόημα της ζωής που βρίσκεται στο σημείο επαφής αυτού εδώ του πλανήτη με το σύμπαν –  αυτό ακριβώς που βλέπεις». Και κάνοντας μια κίνηση με τα δύο του χέρια, πραγματικά νόμιζα ότι αγκάλιασε όλο τον ουρανό.

«Εδώ εμείς, ενώ φαινομενικά φαντάζει ότι έχουμε λιγότερα από τα βασικά αγαθά της ζωής, πραγματικά ζούμε με την πεποίθηση ότι τα έχουμε όλα. Τα απλά πράγματα είναι ευλογία για εμάς, το καθαρό νερό, το βέλασμα και το γάλα της κατσίκας, ο ήλιος της ανατολής που μας ξυπνά και ευγνωμονούμε τον θεό ότι ζούμε και αυτή τη μέρα! Τον ουρανό με τ’άστρα. Τι άλλο να θέλεις;

Δεν απάντησα. Έμεινα αποσβολωμένος. Ήταν τόσα πολλά που μου έβαλε στο μυαλό, με τόσες λίγες κουβέντες, αυτός ο απλοϊκός άνθρωπος, που ήθελα να τα επεξεργαστώ λίγο. Άλλαξα ρώτα σκέψης και πηγαίνοντας στη σκηνή μου, η οποία φωτιζόταν έντονα από τος φως των αστεριών άρχισα να αναλύω τις κουβέντες του Βεδουίνου. Τελικά αυτή η περιπετειώδης διαδρομή στην έρημο, δεν έκρυβε κακουχίες, αλλά ένα συμβολικό και ωραίο νόημα της ίδιας της ζωής. Το επόμενο πρωί, με τον καφέ οργάνωσα, όλες μου τις σημειώσεις και μαζέψαμε τα πράγματα μας. ¨Όταν ήρθε η ώρα να χαιρετήσουμε, ο Βεδουίνος, έβγαλε το μαντήλι από το πρόσωπο, μου έγνεψε με ένα ωραίο, γλυκό ,αλλά και συνάμα,  γεμάτο μηνύματα τρόπο και ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Ο οδηγός μας συνέχισε κάποιες αφηγήσεις για τον Λόρενς, αλλά εγώ κάθε λίγο και λιγάκι, κοίταζα τον ουρανό, ο οποίος ήταν τελείως διαφορετικός.

Αυτό το κενό «πράγμα» μετετράπη σε ένα τόσο πολυσύνθετο και συναρπαστικό σύμπλεγμα από το προηγούμενο βράδυ!     

Είναι το Μαύρο – Άσπρο, το Άδειο – Γεμάτο, είναι πράγματι η ίδια μας η ζωή που από κενή γεμίζει ζωντάνια και αδειάζει πάλι ξαφνικά και θολώνει με μαύρες σκέψεις;

Όχι έχω και εγώ τον κόσμο όλο,  στα χέρια μου είπα στον εαυτόν μου . . . . και με εκείνα και τα άλλα φτάσαμε χωρίς να το καταλάβω στην Πέτρα .              

Το γνωστό μέρος από τον Ιντιάνα Τζόουνς και άλλες ταινίες.

Ο οδηγός μας άφησε σε ένα πολύ ωραίο Ξενοδοχείο, όπου όλο το τοπίο και η κατασκευή  ήταν ένα με το περιβάλλον.

Πέτρα στη πέτρα. Ένα εντυπωσιακό έως εκθαμβωτικό σύμπλεγμα τοπίου. Μετά το βραδινό, είχα μια σφοδρή επιθυμία να συναντήσω και άλλους, παρόμοιους απλούς ανθρώπους, να ανταλλάξω απόψεις να μπω στην οπτική πλευρά της ζωής τους και τον τρόπο σκέψης τους. Χαζεύοντας και σκεπτόμενος την ισχυρή θέληση μου, πάνω ακριβώς από το χωριό της Πέτρας, είδα ένα φως και αυτόματα λέω στον Σωκ: «πάμε εκεί», «είσαι τρελός», μου λέει. «Πώς θα φτάσουμε εκεί; Είναι αρκετά μακριά».     

«Έλα θα βρούμε κάτι» , δεν ήθελε και πολύ να πειστεί, διαφορετικά, δεν θα είμαστε και κολλητοί, (δεν μπήκαμε, ούτε καν στο κόπο να ρωτήσουμε το Ξενοδοχείο). Βγαίνοντας στο σκοτεινό δρόμο και κάνοντας Auto stop, μετά από 1χιλ.ένας άνθρωπος γεμάτος καλοσύνη σταμάτησε και μας πήρε.         

Όχι μόνο αυτό, . . . αλλά μας μετέφερε κατ’ ευθείαν και στο σημείο που θέλαμε!

Ήταν ένας καφενές. Ήταν γεμάτος ντόπιους. Μας υποδεχθήκαν με κάποια καχυποψία στην αρχή, αλλά δεν άργησαν να μας ανοίξουν την «πόρτα της φιλικότητας και φιλοξενίας». Για άλλη μια φορά επιβεβαίωνα το γεγονός του πόσο συμπαθείς είναι οι Έλληνες σε όλο τον κόσμο. Στην όλη επικοινωνία, μας βοήθησε ένας Ιρακινός που ήξερε πολύ καλά Ελληνικά, μιας και είχε μείνει για κάποια χρόνια στον Πειραιά. Μετά έφυγε και πολέμησε στον πόλεμο του κόλπου. Αφού σιγουρεύτηκαν για τις προθέσεις μας και τον σκοπό επίσκεψης μας, το τσάι έγινε αλκοόλ, κάτι σαν το δικό μας το ρακί. Είπαμε και ανταλλάξαμε πολλές ιστορίες για τις χώρες μας, τις θρησκείες, τους πολέμους, τις επαναστάσεις, κλπ, κλπ.

Ενίσχυσα την άποψη μου ότι το πιο σημαντικό πράγμα στην επικοινωνία είναι η πρόθεση. Αν θέλει κάποιος να επικοινωνήσει και να περάσει τα μηνύματα του, θα βρει τον τρόπο να το επιτύχει, μα με το ύφος της ομιλίας, τις εκφράσεις, με την γλώσσα του σώματος, ο καθένας με τον τρόπο του. Καθίσαμε αρκετές ώρες και αφού το διαλύσαμε με κρύα καρδιά, μας πήρε κάποιος με ένα φορτηγάκι, ( με κατσικούλες στην καρότσα) και μας πήγε στο Ξενοδοχείο.

Ναι είχε δίκιο ο Βεδουίνος. Αν θέλεις έχεις τον κόσμο όλον. Και αυτός κρύβεται στα απλά πράγματα.    

Την επόμενη επισκεφθήκαμε και θαυμάσαμε τα ευρήματα και την ιστορία της Πέτρας. Ήταν καταπληκτική εμπειρία. Αν παραβλέψουμε την εμμονή του ξεναγού, που όταν έμαθε ότι είμαστε Έλληνες, προσπαθούσε όλη την ώρα να πείσει εμάς και το υπόλοιπο γκρουπ ότι η Πέτρα, είναι μεγαλύτερης ιστορικής σημασίας, σε σχέση με την Ακρόπολη. . . . Μικρό το κακό. Αν και μαζί με τον Σωκ του τα «χώσαμε» στο τέλος και σταμάτησε.

Προς το μεσημέρι μπήκαμε σε ένα ναυλωμένο λεωφορείο, μαζί και με άλλους  τουρίστες του ξενοδοχείου και αργά το απόγευμα από μια σύντομη διαδρομή  κάποιων ωρών φτάσαμε στο λιμάνι της Άκαμπα και από εκεί πίσω στο Ειλάτ.

Πάλι πίσω στο διαφορετικό τρόπο και νοοτροπία ζωής. Γύρισα πολύ γεμάτος και με πάμπολλες νέες παραστάσεις και ερεθίσματα. Ομολογουμένως, κάπου εκεί τελείωσε και το ταξίδι μου, ασχέτως αν μείναμε δύο μέρες ακόμα.     

Πήρα όλες αυτές τις σκέψεις και αναμνήσεις για πάντα μαζί μου και πολύ συχνά τις φέρνω πίσω στη μνήμη  και το μυαλό μου συσχετίζοντας τες,  με διάφορα δρώμενα  και καταστάσεις που συναντώ καθημερινά γύρω μου.   Έτσι λοιπόν, απλώς σκέφτηκα ότι είναι μια λαμπρή ευκαιρία να τις μοιραστώ με κάποιους άλλους και να τις εξωτερικεύσω, έστω και πολύ αργά. Αν και η ζωή πείθει πάντα. . .  ότι ποτέ δεν είναι αργά!

This Post Has 0 Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back To Top
×Close search
Search