skip to Main Content
ΠΡΕΣΠΕΣ

ΠΡΕΣΠΕΣ

ΈΝΑ ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΙΣ ΠΑΓΩΜΕΝΕΣ ΠΡΕΣΠΕΣ

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΜΦΙΤΑΛΑΝΤΕΥΕΤΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗΣ.     

Ήταν δυο ημέρες μετά τα Χριστούγεννα του 2002. Η παρέα μου ήδη είχε φύγει από την προηγούμενη για Αθήνα από το Καρπενήσι, όπου είχα  περάσει το πρώτο σκέλος των διακοπών μου και των εορτών.

Ήταν εκείνη την χρονιά όπου λίγες μέρες πριν τις γιορτές η Ελλάδα είχε κοπεί στα δυο. Τελικά παίρνοντας μεγάλο ρίσκο οι μισοί που αποφασίσαμε να φύγουμε, δεν το μετανιώσαμε καθόλου. Το πολύ χιόνι όπου στην αρχή μας τα έκανε «μαντάρα», μας αποζημίωσε με το παραπάνω στη συνέχεια. Μπορέσαμε να κάνουμε τις εκδρομές μας, να υλοποιήσουμε το πρόγραμμα μας, με καταπληκτικές εικόνες στα χιονισμένα τοπία, με πολύ γέλιο, περιπέτειες, καλό φαγητό και το απαραίτητο οινόπνευμα που μας συνόδευε κάθε βράδυ στα διάφορα χωριά.

Το κεφάλαιο αυτό, όμως, τελείωσε και το επόμενο με περίμενε στην Φλώρινα, με την παρέα της τότε κοπελιάς μου, (καταγόταν από εκεί). Παρά τις έντονες ενστάσεις των φίλων μου, να κάνω αυτή την ορεινή διαδρομή με το πολύ χιόνι, τις χαμηλές θερμοκρασίες και τα διάφορα απρόβλεπτα μόνος μου, δεν πείστηκα και έτσι ο καθένας πήρε τον δρόμο του.

Έφυγα από Καρπενήσι και βγήκα την Εθνική, η οποία δεν είχε συνέλθει ακόμα από την βαριά χιονόπτωση , αρκετό χιόνι και στις δυο πλευρές του αυτοκινητόδρομου, αλλά μια καταπληκτική λιακάδα έλουζε το αυτοκίνητο και με την συνοδεία της μουσικής μου είχα δημιουργήσει μια καταπληκτική  παρέα, διασχίζοντας την (πάντα) βαρετή Εθνική οδό.

Έστριψα προς Ελασσόνα και άρχισα να ανεβαίνω τα βουνά. Το χιόνι ήταν σαφώς περισσότερο αλλά το Vitara δεν καταλάβαινε τίποτα. Όσο προχωρούσα το τοπίο γινότανε όλο και πιο ελκυστικό, η θέα, το χιόνι που κάλυπτε κάθε ατέλεια και επιπροσθέτως έδινε μια συγκλονιστική ομορφιά, ενίσχυε όλο και περισσότερο την απόφαση μου ότι έκανα καλά που πήρα το ρίσκο να προχωρήσω.

Η δύση με βρήκε στις κορυφές του Σαραντάπορου, εκεί όπου βίωσα πραγματικά μια από τις πιο συγκλονιστικές και αξέχαστες στιγμές της ζωής μου. Το αυτοκίνητο πήγαινε σχεδόν μόνο του στις «ροδιές» που είχαν χαραχτεί πάνω στο χιονισμένο δρόμο από τα προηγούμενα αυτοκίνητα. Ένας πανέμορφος ουρανός και ένας ήλιος που είχε «χρυσώσει» τα πάντα. Ένιωθα σε ένα χιονισμένο πέλαγος στα 800 μ. πάνω από την γη. Άνοιξα την σκεπή του Cabrio, έβαλα τέρμα την ένταση και άφησα τον Chris Rea, να με ταξιδέψει σε όλα τα εσώκλειστα μέλη της ψυχής μου, τραγουδώντας . . . .  έως και ουρλιάζοντας. Αμέτρητοι συνεχόμενοι επισκέπτες, ωραίες αναμνήσεις του παρελθόντος, πρόσωπα, καταστάσεις, σωστά και λάθη που ζητούσαν επικύρωση … και άλλα πολλά. Μοναδική, ανυπέρβλητη εμπειρία ζωής, που δεν πρόκειται να ξεχαστεί με τίποτα. Η απίστευτη αυτή βιωματική εμπειρία διήρκησε περίπου 20 λεπτά με μισή ώρα, όταν ο ήλιος εξαφανίστηκε είχα πάρει ήδη την κάθοδο οδηγώντας προς Κοζάνη.

Το χιόνι ήταν απίστευτο, είχε καλύψει τα πάντα και με την ανύπαρκτη Ελληνική σήμανση δεν μου πήρε παρά ελάχιστα να χαθώ. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, δεν ήξερα αν ήμουν σε δρόμο ή σε χωράφι;

Η περιέργεια και αγωνία μου δεν κράτησε για πολύ, γιατί σε λίγο έφτασα σε μια μάντρα που δεν μπορούσα να συνεχίσω. Βγήκα από το αυτοκίνητο και ανακάλυψα ότι πίσω από την μάντρα (για καλή μου τύχη ), υπήρχε βενζινάδικο. Ήμουν τυχερός. Είχα τελείως λάθος πορεία και οδηγούσα για πολύ ώρα μέσα σε χωράφια. Ήμουν διπλά τυχερός. Από την μία, γιατί είχα και το Vitara το οποίο, ήταν πραγματικά «σκυλί», από την άλλη γιατί βρήκα τον Βενζινά, με του οποίου τις οδηγίες, μπόρεσα να βρώ τον δρόμο για Φλώρινα.

Η όλη διαδρομή ήταν ομολογουμένως από σκληρή έως πολύ δύσκολη, αλλά  πηγαίνοντας, σιγά και με πολύ προσοχή (με -15ο βαθμούς ) και οδηγώντας  με όλες τις αισθήσεις στο απόλυτο, συνέχιζα την πορεία μου. Κάθε λάθος πραγματικά θα κόστιζε.

Ήταν παρήγορο ότι δεν κυκλοφορούσαν πολλοί άλλοι τρελοί στο δρόμο. Το θέαμα μπαίνοντας στην πόλη ήταν ανυπέρβλητο. Δεξιά, αριστερά τα πεζοδρόμια μπορεί και να είχαν και περισσότερο από 1 μέτρο χιόνι, αλλά για τους ντόπιους η ζωή κυλούσε κανονικά. Έφτασα σπίτι όπου με περίμενε η Μαριάννα (η κοπελιά μου). «Κάνε γρήγορα μου» είπε , γιατί μας περιμένουν. Η ώρα ήταν εννιά και κάτι. Άφησα τα πράγματα και φύγαμε για το Μπαράκι, όπου συναντήσαμε την υπόλοιπη παρέα και τον περιβόητο ξάδελφο της τον ‘Λάζαρο’. Ο Λάζαρος ήταν περίπτωση, πραγματικά αυτό που λένε «παιδί για υιοθέτηση» . Καλό παιδί, αλλά «τρελοκαμπέρος», με όλη την σημασία της λέξης. Θα χρειαζόμουν ένα ολόκληρο κεφάλαιο να περιγράψω τις ιστορίες του.

Ήπιαμε τα ποτά μας, με τους ωραίους τοπικούς μεζέδες εξιστορώντας διάφορες ιστορίες που είχαν να κάνουν κυρίως με τα τοπικά δρώμενα . Κάποια στιγμή ο Λάζος (Λάζαρος) πετάει την ιδέα: Θέλετε να συνεχίσουμε σε ένα μπαράκι στις Πρέσπες;

Τιιιι; βγαίνει ένα τεράστιο ερωτηματικό και επιφώνημα από όλους.Τι λες τώρα! πότε τώρα; πως; που ακριβώς; και λοιπές σχετικές ερωτήσεις. Εμένα (για να είμαι ειλικρινής ) το μυαλό μου -σε σχέση με το ποιόν του Λάζου – πήγε σε κάποιο Μπάρ με «γυναίκες επί χρήμασι!». Τι άλλου είδους Μπάρ θα ήταν ανοικτό στη μέση του πουθενά, τέτοια ώρα , με αυτές τις συνθήκες; Τελικά αποφασίσαμε τέσσερεις γενναίοι και ο Λάζος να προχωρήσουμε. Όταν είπαμε να μετακινηθούμε συνειδητοποίησα το πιο σημαντικό δεδομένο. Το πως θα πάμε στις Πρέσπες με τέτοιο  πάγο; Το jeep καλό για δύσκολες συνθήκες, αλλά με τον πάγο να ανεβείς όλο το βουνό  . . . πως; Δεν παίζεις με τέτοιες καταστάσεις . . . .

“Όχι δεν θα πάμε με το Vitara, θα πάμε με το δικό μου” είπε ο Λάζος.

Είχα μια ανακούφιση, γιατί άλλο δύσκολες διαδρομές 4Χ4 και  άλλο να ανέβεις το ΠΙΣΟΔΕΡΙ, με πάγο. Πραγματικά δεν ήξερα, αν το μπορούσα ή σε καμία στροφή θα γυρίζαμε σαν την σβούρα. Η ηρεμία μου κράτησε για 10 λεπτά, μέχρι να πάμε εκεί που είχε παρκάρει το αυτοκίνητο του, όπου ξαφνικά είδα ένα παμπάλαιο SIMCA δεκαετίας του ’70, σε κατάσταση . . . η λέξη τραγική, μάλλον είναι λίγη . . .

Η περιέργεια μου, για το τι είναι αυτό το μέρος, η αδρεναλίνη της περιπέτειας, μέσα στις φλέβες μου και διάφορα άλλα συναισθήματα της στιγμής,  με έκαναν να προτρέψω και να εξαφανίσω και πιθανούς δισταγμούς των υπολοίπων.’Όλοι πείστηκαν, να πάρουμε την απόφαση να συνεχίσουμε 1000% ενάντια σε κάθε λογική.

Τελικά, δεν είναι το αυτοκίνητο, το 90%  είναι ο οδηγός !!! Σε ένα παγωμένο δρόμο 12:00 το βράδυ ανεβαίναμε τις παγωμένες στροφές σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Αρχίσαμε και εμείς (λεπτό προς λεπτό),  όσο περνούσε η ώρα να ηρεμούμε και να αισθανόμαστε καλύτερα και σε καλά και σίγουρα χέρια .

Η αγωνία με την γρήγορη εναλλαγή σκέψεων και συναισθημάτων έκανε την ώρα να περάσει πολύ γρήγορα, ώσπου φθάνοντας στην κορφή του Πισοδερίου και γυρίζοντας προς την κατηφόρα «κοκαλώσαμε»  ! ! !

Σταμάτα αμέσως το αυτοκίνητο είπαμε και οι τέσσερις με μια φωνή.

Το θέαμα ήταν αναπάντεχα μαγευτικό, συγκλονιστικό, εκθαμβωτικό. Δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια, μια λίμνη εντελώς παγωμένη και ένα κάτασπρο τοπίο μέχρι εκεί που έπιανε το μάτι του ανθρώπου. Η πανσέληνος αντανακλούσε πάνω στο πάγο και δημιουργούσε φωτεινές δέσμες που μόνο ειδικά εφέ σε ταινίες, θα μπορούσαν να τα δημιουργήσουν και να τα αποδώσουν. Μείναμε αποσβολωμένοι για αρκετή ώρα, ρουφώντας αυτές τις μοναδικές στιγμές, που ομολογουμένως δεν είχα ξανανιώσει και στα πιο απίθανα σημεία του κόσμου που είχα γυρίσει.

Με πολύ δυσκολία μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να συνεχίσουμε . Χιόνι – χιόνι παντού, οδηγούσαμε σε δρόμο, όπου δεξιά και αριστερά το χιόνι υπέρβαινε σε κάποια σημεία και το 1,5 μέτρο . .  .  Φυσικά το φεγγαράκι ήταν καλός σύμμαχος, όπου  ξαφνικά, μένω για δεύτερη φορά αποσβολωμένος ! ! Φτάνουμε σε μια πλατεία γεμάτη χιόνι περιμετρικά, αλλά στη μια μεριά της,  ένα παραμύθι, ένα σκηνικό βγαλμένο από παραμύθι και πέρα από κάθε φαντασία. Μια σκηνοθετική Χριστουγεννιάτικη πανδαισία.

Ένα ξύλινο Μπάρ γεμάτο φωτάκια. Δεν είναι δυνατόν. Μάλλον κοιμάμαι και ονειρεύομαι την κλασσική Χριστουγεννιάτικη Διαφήμιση της Coca Cola. Δυστυχώς το κινητό μου,  εκείνης της εποχής, δεν είχε κάμερα να αποθανατίσει την όλη εικόνα και όλα αυτά που έβλεπαν τα μάτια μας. Αντιστεκόμαστε με πολύ πείσμα στο κρύο αποθανατίζοντας το όλο σκηνικό, αλλά κάποια στιγμή μπαίνουμε μέσα . (What’s next ), σκέφτηκα μέσα μου,  “Ψιλιασμένος” πλέον από την ροπή που είχε πάρει η νύχτα.                   

Ποιες γυναίκες και ‘‘προστυχόμπαρο’’ που είχα αρχικά στο μυαλό μου. Καμία σχέση (όλες οι υπόνοιες λάθος). Αν ήταν ταινία θα ήταν υπερπαραγωγή!

Ένα πελώριο τζάκι στη μια άκρη του μαγαζιού και δύο θεόρατα σκυλιά (ένα Ελληνικό ποιμενικό και ένα λυκόσκυλο), ακριβώς μπροστά του απολάμβαναν την φωτιά. Μια υπέροχη Μπάρα, στην άλλη άκρη με τα ποτά φωτισμένα από πίσω να τονίζουν τα ωραία στοιχεία της «Μπάρας». Σχετικά λίγος κόσμος τριγύρω, σε μια  μάλλον  κατανυκτική ατμόσφαιρα, με χαλαρή μουσική. Ο κόσμος, στο σύνολό του, είχε μια παραξενιά. Δεν ήταν συνηθισμένοι ντόπιοι και αγρότες. Ήταν προς το free style,  μακρυμάλληδες, λιγομίλητοι και άκουσα κάποιους από αυτούς να μιλούν και σλάβικα.

Άλλωστε και τα νοητά σύνορα με τα τότε ΣΚΟΠΙΑ, ήταν σε ευθεία γραμμή μόλις εκατοντάδες μέτρα. Ο μπάφος φυσικά στην πρώτη γραμμή. Δεν με πείραζε καθόλου. . . μα καθόλου! Εξέλισσε το όλο σκηνικό δια της μοναδικής  αίσθησης που έλειπε από το σκηνικό . . . αυτή της μυρωδιάς . ..

Από όπου και αν γύριζες τη ματιά σου, ήταν θέαμα και θέμα για φανταστικές φωτογραφικές ή κινηματογραφικές λήψεις. Ακόμα και στην τουαλέτα που πήγα, έμεινα αποσβολωμένος, κοιτώντας έξω από το μικρό παράθυρο και αντικρύζοντας τις χιονισμένες σκεπές  και καμινάδες να καπνίζουν, με τα πολύχρωμα λαμπάκια .Το μόνο που έλειπε ήταν να εμφανιστεί το έλκηθρο του Αη Βασίλη. Αυτό δεν είναι πραγματικότητα, μονολογούσα συνέχεια. Είναι σενάριο  ταινίας, είναι οι λήψεις  δεκάδων μέτρων γυρισμάτων Διαφήμισης ή  ντοκιμαντέρ. Τσιμπιόμουνα συνεχώς να επιβεβαιώσω ότι δεν ήταν όνειρο και το μόνο που έκανα για να εκφράσω τα συναισθήματα μου, αφού δεν μπορούσα να τραβήξω φωτογραφίες ήταν  να στέλνω μηνύματα σε διάφορους  και να περιγράφω . . . , αυτά που δεν μπορούσα . .πραγματικά να περιγράψω, γιατί είχε σταματήσει το μυαλό μου.

Και όμως το μαγαζί δεν έμεινε με τον λίγο αυτό κόσμο. Κόσμος έμπαινε και έμπαινε συνεχώς. Πραγματικά δεν ξέρω από που ερχόντουσαν. Νομίζω τουρίστες έπρεπε να είμαστε μόνο εμείς. Το μαγαζί γέμισε ασφυκτικά και ξαφνικά η μουσική παίρνει για τα καλά μπρος. . . . και τέρμα τα ντεσιμπέλ. Ο Μπρέκοβιτς είχε την τιμητική του. Βγαίνουν από παντού, τουμπερλέκια και κρουστά και δημιουργείται ένα υπερθέαμα . Ο κόσμος ανεβαίνει στο μπαρ, αγκαλιάζετε, χορεύει , τραγουδάει . . .  Εκεί πλέον τα έχω δει όλα και είμαι έτοιμος να λιποθυμήσω. Αυτό δεν είναι δυνατόν. Σενάριο να έλεγες σε κάποιον διαφημιστή να γράψει δεν θα το πλησίαζε καν. Η φαντασία μου έχει σταματήσει, έχει ξεπερασθεί προ πολλού. Δεν κάνω τίποτα άλλο πλέον από το να πίνω και να συναναστρέφομαι με το πλήθος, να χορεύω, να αγκαλιάζω και εγώ άσχετους και να απολαμβάνω αυτή την μοναδική εμπειρία που μου πρόσφερε η τύχη, η συγκυρία, η τόλμη μου.. . . προσθέστε και ότι άλλο θέλετε. Ρουφούσα κάθε στιγμή και ένιωθα τόσο ξεκούραστος, λες και είχα ξυπνήσει πριν λίγο, λες και δεν είχα βιώσει αυτή την ατέλειωτη και συναρπαστική μέρα, με τις ατέλειωτες εκπλήξεις. Κάποια στιγμή ένιωσα ένα χέρι να με τραβάει και να μου λέει «ξημέρωσε , ώρα να φύγουμε».   Πραγματικά, ο ήλιος είχε ξεπροβάλει και είχαμε και δρόμο για την επιστροφή Το σκηνικό νομίζω είναι περιττό να σας το περιγράψω, ανεβαίνοντας πάλι προς Φλώρινα. Η λίμνη χρυσαφένια και μια παράξενη ελαφριά καταχνιά που έκανε το όλο το τοπίο ασύλληπτο. Δεν υπάρχει καλύτερη φωτογραφική μηχανή από εκείνη της μνήμης. Το λέω θυμούμενος κάθε εντυπωσιακή πτυχή αυτού του διαφορετικού πρωινού, αυτής της αξέχαστης νύχτας ..!

Κάποια στιγμή το επόμενο μεσημέρι άκουσα την φωνή «της δικιάς μου» να με ανακαλεί στην τάξη, με το να ξυπνήσω και να πάμε για φαγητό.                 Πετάχτηκα από το μαξιλάρι μου. Τελικά ήταν αλήθεια ή ένα ωραίο όνειρο; Δεν ήμουν σίγουρος αν όλα αυτά τα είχα ονειρευτεί  ή τα είχα βιώσει πραγματικά αλλά από την άλλη δεν ήθελα να χαλάσω αυτή τη μαγεία και απίστευτη διάσταση στο μυαλό μου. Δεν τόλμησα να ρωτήσω την κοπελιά μου. Το έζησα, το βίωσα, άστο. … . και εσείς πιστέψτε ότι θέλετε .       

‘Ήταν όνειρο ή πραγματικότητα ;

Ας δώσει ο καθένας την δική οπτική και ερμηνεία. Ήταν αυτό που βίωσα μια πραγματική εμπειρία ή ήταν η αχαλίνωτη φαντασία μου για κάτι που ήθελα πάντα να ζήσω. . . . . .  ;

ΥΓ.1: Το χωριό στις Πρέσπες ήταν ο Αγ. Γερμανός.

ΥΓ.2: Το Πάσχα πήγα στις Πρέσπες και κάθισα 10 ημέρες κάνοντας ένα καταπληκτικό οδοιπορικό (ίσως το περιγράψω κάποια άλλη στιγμή).

ΥΓ.3: Με τον Λάζο κάναμε αρκετές  κ’ άλλες τρέλες. Δυστυχώς μετά από λίγους μήνες χώρισα με την τότε κοπελιά μου και έχασα αυτή την ιδιαίτερη προσωπικότητα.

This Post Has 0 Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back To Top
×Close search
Search