skip to Main Content
ΝΕΠΑΛ

ΝΕΠΑΛ

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΙΓΡΗΣ ΤΗΣ ΒΕΓΓΑΛΗΣ

Είμαστε στα μέσα περίπου της περιπλάνησης μας στο Νεπάλ, συνοδευόμενοι από τον οδηγό και ξεναγό μας. Μετά από μια κοπιαστική και άκρως επικίνδυνη διαδρομή με πολλά απρόοπτα και «τριπλάροντας» συνεχώς τις νταλίκες, φθάσαμε στο CHITWAN.

Tο Εθνικό Πάρκο CHITWAN (Τσιτουάν), έχει ενταχθεί στον κατάλογο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ. Στο πάρκο, υπάρχουν περισσότερα από 40 είδη μεγάλων ζώων (κροκόδειλοι, ελέφαντες, λεοπαρδάλεις, μαϊμούδες κλπ.), μεταξύ των οποίων ο ασιατικός ρινόκερος (με το κέρατο) και η Bασιλική τίγρη της Βεγγάλης, καθώς και περισσότερα από 350 διαφορετικά είδη πουλιών.

To κατάλυμα μας ήταν ακριβώς στις παρυφές της ζούγκλας, μας χώριζε μόνο το ποτάμι Rapti. Την πρώτη μέρα κάναμε τις αναγνωριστικές βόλτες μας, (να γνωρίσουμε το μέρος), με κάθε είδους μεταφορικό μέσο, πόδια, βοϊδάμαξες,  ελέφαντες, ενώ προγραμματίσαμε και  το πρώτο σκέλος  της περιπλάνησης με  το φωτογραφικό σαφάρι. Εκείνο το βράδυ σε ένα φολκλορικό event  γνωρίσαμε και τον «μη φοβάστε» (No afraid).

Το όνομα του ποτέ δεν το συγκρατήσαμε όχι (μόνο) γιατί ήταν δύσκολο αλλά από την πρώτη στιγμή του δώσαμε αυτό το ψευδώνυμο, γιατί σε κάθε πρόταση επαναλάμβανε το No afraid. Έτσι το συνδυάσαμε με το NAMASTE  (O παραδοσιακός χαιρετισμός των Νεπαλέζων, ο οποίος αποδίδει σεβασμό και τιμή) – είναι η πρώτη λέξη που μαθαίνεις φθάνοντας στο ΝΕΠΑΛ. Έτσι πέραν του ΝΑΜΑΣΤΕ δημιουργήσαμε, με το ίδιο άκουσμα με πολύ χιούμορ και το προσωνύμιο  “ΜΗ ΦΟΒΑΣΤΕ”.

Ο «μη φοβάστε», λοιπόν μας πρότεινε να μας κάνει το απόγευμα μια  ξεχωριστή διαδρομή με στόχο την Τίγρη της Βεγγάλης. Σε κάθε απορία, ενδοιασμό ή ερώτηση η απάντηση ήταν  No afraid – εγώ είμαι εδώ!

Μιλήσαμε με τον οδηγό/ ξεναγό μας, ο οποίος μας είπε ότι θα μας συνοδεύσει στο πρώτο σκέλος, στο jeep safari, αλλά όχι στο δεύτερο – «η ευθύνη δική σας», ήταν η πολύ διπλωματική και ευγενική απάντηση του.

Τελικά πήραμε την απόφαση να ζήσουμε την περιπέτεια – άλλωστε γι’ αυτό είχαμε κάνει αυτό το ταξίδι.

Αφού ξοδέψαμε ένα ενδιαφέρον 6ωρο με πολλές φωτογραφίες, με ζώα και πουλιά και ένα πρόχειρο γεύμα κατά τις 15.00 μας άφησαν στο σημείο συνάντησης. Εκεί μας περίμενε ο «μη φοβάστε» με ένα Ισπανό και δύο Ισπανίδες. «Καλό αυτό» είπαμε, «δεν είμαστε και μόνοι». Δεν μας πήρε και πολύ να γνωριστούμε με τα παιδιά, οι οποίοι ήταν και οι τρείς Γιατροί, σε ολιγοήμερη άδεια, καθώς ήταν σε ειδική  αποστολή στο ΝΕΠΑΛ με τους Γιατρούς  Χωρίς Σύνορα.

Εκεί, με μεγάλη έκπληξη, αντιληφθήκαμε ότι τα μοναδικά σύνεργα του «Μη Φαβάστε», ήταν κάποια κιάλια, μια πυξίδα και μια μεγάλη μαγκούρα. Θα αναλογισθεί κανείς: περιμένατε κάποιο όπλο; Δεν ξέρω, ούτε καν το είχαμε σκεφθεί. Όταν τον ρωτήσαμε γέλασε με ένα πολύ υπερήφανο ύφος, καθησυχάζοντας μας και λέγοντας μας: «όταν είστε μαζί μου – μην φοβάστε». Από την άλλη πάντα είχαμε στο μυαλό μας την εκδοχή ότι είμαστε οι Χαζοτουρίστες Ευρωπαίοι που τους κοροϊδεύουν οι πονηροί ντόπιοι .    

Μπήκαμε σε μια μεγάλη πιρόγα και μετά από μια διαδρομή αδρεναλίνης περίπου 45 λεπτών ανάμεσα από κροκόδειλους και παράξενα πουλιά, αποβιβαστήκαμε.

Ο Βαρκάρης μας άφησε σε ένα ξέφωτο και έφυγε. Τηρούσαμε με ευλάβεια τις συμβουλές του αρχηγού: Να πηγαίνουμε σε σειρά ένας – ένας -πίσω από τον άλλον – να μην αφήνουμε απόσταση μεγάλη – να μην μένει ποτέ κανένας πολύ πίσω – και να μην μιλάμε (εκτός από τα απαραίτητα και αυτά πολύ χαμηλόφωνα).

Η διαδρομή ήταν ομολογουμένως συναρπαστική. Από την  πυκνή βλάστηση της ζούγκλας, βγαίναμε σε κάποια πολύ ωραία ξέφωτα με βάλτους, λίμνες και σπάνια πουλιά, ξαναμπαίναμε στη πυκνή βλάστηση άλλοτε ακλουθώντας μονοπάτια, άλλοτε όχι. Οι συνθήκες όμως από την άλλη πλευρά δυσκόλευαν. Πέραν της φοβερής υγρασίας που σε συνδυασμό με την θερμοκρασία και γρήγορο περπάτημα επέφερε ατελείωτο ιδρώτα, άρχισαν και τα παρελκόμενα της ζούγκλας. Διάφορα έντομα που  τσιμπούσαν και αιωρόντουσαν πάνω από κεφάλια και σώματα, βδέλλες που κολλούσαν παντού, αγκάθια που μας τρυπούσανε.

Παρ’ όλα αυτά, ηθικό ακμαιότατο! Γελάκια, χαμόγελα και όπου μπορούσαμε φωτογραφίες, ακλουθώντας κατά πόδας τον αρχηγό, ο οποίος κατά διαστήματα ανάεβαζε τα επίπεδα της αδρεναλίνη μας, δημιουργώντας μυστήριο, βλέποντας ή ακούγοντας κάτι που εμείς αγνοούσαμε. Πολλές φορές σκεφτόμαστε και συγομιλώντας  έλεγε ο ένας στον άλλον ότι αν παρουσιαστεί Τίγρης όσο και να φοβάται να πλησιάσει . . . . θα τα κάναμε πάνω μας ! !

Ξαφνικά και ενώ περπατούσαμε περίπου 2 ώρες διακρίναμε μια ανησυχία στον «μη φοβάστε», όλο κουνούσε την πυξίδα του, να ξεκολλήσει, σε κάθε 100 μέτρα κοίταγε με τα κιάλια του, αλλά όταν του λέγαμε everything OK ?  Αυτός επαναλάμβανε το γνωστό  NO AFRAID. Αρχίσαμε να υποπτευόμαστε ότι είχαμε χαθεί, αλλά NO AFRAID.

Κάποια στιγμή αυτό επιβεβαιώθηκε, όταν κάποιοι από εμάς συνειδητοποιήσαμε ότι έχουμε ξαναπεράσει από το συγκεκριμένο σημείο ενός χαρακτηριστικού δένδρου δίπλα σε ένα βάλτο. Τα χαμόγελα πάγωσαν  εντελώς, η μια Ισπανίδα άρχισε να τραυλίζει και η άλλη να έχει γίνει άσπρη. Ο «Μη Φοβάστε», για πρώτη φορά έχασε την αυτοπεποίθηση του και άρχισε να λέει πράγματα που δεν καταλαβαίναμε (μισά Αγγλικά – μισά στην τοπική διάλεκτο), σήμα στο κινητό  δεν είχαμε και ο πανικός δεν άργησε να δημιουργήσει το πρώτο σύννεφο του από πάνω μας.

Το μόνο χρήσιμο  αντικείμενο που είχαμε ήταν ο ZIPPO, του φίλου μου του Μπάμπη. Η ώρα περνούσε και είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Ήδη σκεφτόμαστε με τί συνθήκες θα βγάζαμε τη νύχτα και πως θα τα καταφέρναμε από κάθε άποψη. Ανησυχούσαμε όλοι, αλλά προσπαθούσαμε να μην περάσουμε την αγωνία μας στον «Μη φοβάστε», γιατί πραγματικά φοβόμασταν  και υποπτευόμασταν ότι  η κατάσταση θα γίνει ακόμη πιο δύσκολη .

Τι να το κάνεις ; Ο πανικός ήταν εκεί, σαν ένα πυκνό σύννεφο από πάνω μας.

Το πράγμα ήταν ξεκάθαρο  πλέον,  είχαμε χαθεί. Ο “τύπος”  απελπισμένος έπαιρνε δρόμο εκτός μονοπατιών και κάναμε κύκλους, η πυξίδα μάλλον ΕΚΤΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ και το σούρουπο να πλησιάζει .. . .

Κάναμε μια στάση και προσπαθήσαμε να τον αποσυμφορήσουμε και να τον  ηρεμήσουμε, ώστε να σκεφθεί ήρεμα και χωρίς πανικό. Εκεί που προσπαθούσα να έχω τον έλεγχο του εαυτού μου, ακούω την χαρακτηριστική βαρύγδουπη φωνή του άλλου φίλου μου του Νάσου: «Ρε φίλε τι Έπαθες τα έκανες πάνω σου»;

Πιάνω τον δεξί μου  γοφό πάνω από την βερμούδα και πράγματι ήταν όχι απλά  βρεγμένη, αλλά μούσκεμα . Σηκώνω το δεξί μπατζάκι και είμαι γεμάτος αίματα.

Τώρα . . . είναι μια δύσκολη . . . ώρα σκέφτομαι, αυτό μας έλειπε!  Το καλό ήταν ότι δεν πονούσα,  απλώς κάτι  με είχε τσιμπήσει, αλλά τι ήταν αυτό;

Εκεί λοιπόν που αρχίσαμε να  σκεφτόμαστε ο καθένας την ιστορία του (φυσικά – από μέσα του),  χωρίς να λέει τίποτα στους άλλους , για να μην επιβαρύνει την κατάσταση, είδαμε το πρόσωπο του  NO AFRAID να παίρνει τα πάνω του και να βγάζει άναρχες κραυγές. Μπήκαμε σε ένα μονοπάτι και αυτό του έδινε όλο και περισσότερο κουράγιο. Κάποια στιγμή άρχισαν να επανέρχονται και τα σπαστά Αγγλικά του . . . ok . . ok I know No afraid, but quickly… και αρχίσαμε κάτι μεταξύ ενός πολύ γρήγορου περπατήματος και τρεξίματος. Έπρεπε να βγούμε από την ζούγκλα και να πιάσουμε το σήμα  του κινητού και το ποτάμι. Ποτέ δεν κοίταξα την ώρα ή που βρισκόμουνα, απλώς τρέχαμε – τρέχαμε, θέλαμε να φτάσουμε!

Είχε σκοτεινιάσει όταν φτάσαμε στην όχθη του ποταμιού. Ήρεμοι πλέον θέλαμε να αγκαλιάσει ο ένας τον άλλον – λάθος που δεν το κάναμε. Ο Μη Φοβάστε, ήρεμος πλέον κάλεσε τον βαρκάρη, ο οποίος ήρθε σε περίπου 20 λεπτά, νύχτα πλέον.

Πήγαμε να πληρώσουμε, αλλά ο Μη Φοβάστε δεν ήθελε χρήματα , αναγνωρίζοντας τον μπελά που μας δημιούργησε.

Είχε καλέσει και τον οδηγό μας με το jeep. Του βάλαμε τα χρήματα στη τσέπη και του είπαμε NO AFRAID χτυπώντας τον στη πλάτη και χωρίσαμε.

Ο οδηγός μας, μου έδωσε να βάλω κάτι σαν ιώδιο, ποτέ δεν κατάλαβα τι με είχε τσιμπήσει. Όταν πήγαμε στο δωμάτιο συνειδητοποιήσαμε ότι όλοι είχαμε πάρει αναμνηστικά από την Μαμά Ζούγκλα. Πέρασε η αγωνία και μια μπύρα με ένα τσιγάρο ήταν καταλύτης μετά το μπάνιο.

Μπαίνοντας στην τραπεζαρία του ξενοδοχείου . . . να και οι Ισπανοί (μέναμε στο ίδιο κατάλυμα τελικά),  ανακουφισμένοι και χαμογελαστοί.

Καθίσαμε στο τραπέζι τους, ανταλλάξαμε απόψεις για το συμβάν και τους αφήσαμε να μας διηγηθούν ιστορίες και εμπειρίες από την αποστολή τους  στους «Γιατρούς Χωρίς Σύνορα».

Όλη η ιστορία ήταν στημένη; Το σενάριο κάπου χάλασε ή έτσι ήτανε εξ’αρχής; Και γιατί δεν ήθελε χρήματα, αφού σε αυτό αποσκοπούσε;

Υπάρχει πραγματικά Τίγρη στην συγκεκριμένη περιοχή; Δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Που καταλήξαμε; Και στημένη να ήταν η όλη ιστορία ΜΠΡΑΒΟ ΤΟΥΣ.

Για περιπέτεια δεν πήγαμε; Περιπέτεια μας έδωσαν. Πολύ καλό Marketing ! ! !

This Post Has 0 Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Back To Top
×Close search
Search